Translation of "reasoning" into Greek
συλλογισμός, λογική, σκέψη are the top translations of "reasoning" into Greek.
reasoning
noun
verb
grammar
Action of the verb to reason. [..]
-
συλλογισμός
The complainant's reasoning reflects a fundamental flaw in the interpretation of the Court's judgment.
Ο συλλογισμός του καταγγέλλοντος βασίζεται σε μια ουσιώδη παρερμηνεία της απόφασης του Δικαστηρίου.
-
λογική
noun feminineI like it when you use your calm, reasonable, dad voice.
Μου αρέσει όταν χρησιμοποιείς την ήρεμη, λογική πατρική σου φωνή.
-
σκέψη
noun feminineHowever, that comparison cannot succeed, for the same reason as that stated in the preceding paragraph.
Η σύγκριση, όμως, αυτή είναι αλυσιτελής για τους λόγους που αναφέρθηκαν στην προηγούμενη σκέψη.
-
Less frequent translations
- αιτιολογία
- δικαιολογία
- σκεπτικό
- συλλογιστική
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "reasoning" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "reasoning" with translations into Greek
-
και δικαιολογημένα!
-
ευελιξία συλλογισμού
-
χωρίς να συντρέχει λόγος · χωρίς προφανή λόγο
-
και δικαιολογημένα!
-
αίτιο · αιτία · αναλογία · διάνοια · δικαιολογία · επιχειρηματολογώ · κρίνω · λογική · λογική σκέψη · λογικό · λόγος · μυαλό · νους · νόηση · ορθός λόγος · σκέφτομαι · συζητώ · συζητώ λογικά · συμπεραίνω · συνεννοούμαι (με κπ)
-
άνευ αντικειμένου · χωρίς κανένα λόγο · χωρίς λογική βάση
Add example
Add