Translation of "receivable" into Greek
απαίτηση, εισπρακτέος, αποδεκτός are the top translations of "receivable" into Greek.
receivable
adjective
noun
grammar
capable of being received, especially of a debt, from the perspective of the creditor. [..]
-
απαίτηση
nounFor receivables, the value of receivables shall be the amount receivable.
Για τις εισπρακτέες απαιτήσεις, η αξία των εισπρακτέων απαιτήσεων ισούται με το εισπρακτέο ποσό των απαιτήσεων.
-
εισπρακτέος
Interest receivable has a carrying amount of 100.
Τόκος εισπρακτέος έχει λογιστική αξία 100.
-
αποδεκτός
Adjective
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "receivable" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "receivable" with translations into Greek
-
έρχεται και η σειρά μου · είμαι άξιος τής μοίρας μου · εισπράττω, πληρώνω τα επίχειρα τών πράξεών μου · καλά να πάθει · υφίσταμαι τις συνέπειες τών πράξεών μου · όλα εδώ πληρώνονται
-
κεραία λήψης
-
Βαθμός αντικειμενικής ακουστότητας λήψης
-
Αναδιαρθρώσιμος δέκτης του GALILEO
-
Μορφότυπο ανταλλαγής δεδομένων, ανεξάρτητο από τον δέκτη
-
Κανάλι λήψης
-
Βαθμός ακουστότητας λήψης
-
Ενοποιημένος δέκτης-αποκωδικοποιητής
Add example
Add