Translation of "reformer" into Greek
μεταρρυθμιστής, αναμορφωτής, ανακαινίστρια are the top translations of "reformer" into Greek.
reformer
noun
grammar
One who reforms, or who works for reform. [..]
-
μεταρρυθμιστής
nounαυτός που κάνει μεταρρυθμίσεις
But he didn't understand much about human beings, that magnificent reformer.
Δεν καταλάβαινε όμως πολλά για τα ανθρώπινα πλάσματα, αυτός ο θαυμαστός μεταρρυθμιστής.
-
αναμορφωτής
nounThere's the social reformer that we've been waiting for.
Να ο κοινωνικός αναμορφωτής που όλοι μας περιμέναμε.
-
ανακαινίστρια
Noun -
ανακαινιστής
Noun
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "reformer" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "reformer" with translations into Greek
-
φορολογική μεταρρύθμιση
-
οικονομική μεταρρύθμιση
-
πρόγραμμα αναμόρφωσης
-
ανακαινίζω · αναμορφώνω · αναμόρφωση · μέτρο · μεταρρυθμίζω · μεταρρύθμιση · σωφρονίζω
-
κοσμητικές μεταρρυθμίσεις
-
αναμορφωτής · μεταρρυθμιστής
-
Νέα Αποστολική Μεταρρύθμιση
-
Μεταρρυθμιστικός Ιουδαϊσμός
Add example
Add