Translation of "regarding" into Greek

σχετικά, αναφορικά προς, γύρω από are the top translations of "regarding" into Greek.

regarding noun verb adposition grammar

Present participle of regard. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • σχετικά

    The basis for any statements made by the issuer regarding its competitive position.

    Στοιχεία στα οποία βασίζεται οποιαδήποτε δήλωση του εκδότη σχετικά με την ανταγωνιστική του θέση.

  • αναφορικά προς

  • γύρω από

    Take seriously any comments or hints regarding suicide.

    Να παίρνετε στα σοβαρά οποιαδήποτε σχόλια ή υπονοούμενα γύρω από την αυτοκτονία.

  • ως

    adverb adposition

    The complaint regarding this relationship is therefore incomprehensible.

    Η μομφή που αφορά αυτές τις σχέσεις είναι, ως εκ τούτου, ακατανόητη.

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "regarding" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "regarding" with translations into Greek

  • αφορά
  • συναφώς
  • αδιαφορώντας για · ανεξάρτητα από
  • άποψη · αφορώ · εκτίμηση · ενδιαφέρον · θαρρώ · θεωρώ · κοιτάζω · κοιτώ · κρίνω · μέριμνα · παρατηρώ · προσοχή · σεβασμός · σκοπιά · σχέση · υπολήπτομαι · υπόληψη · φρονώ · ψηφώ
  • προσκόλληση
  • έχω περί πολλού · έχω σε μεγάλη εκτίμηση · αγαπάω · αγαπώ · τρέφω μεγάλη εκτίμηση για
  • αδιαφορώντας για · χωρίς σεβασμό για
  • xαιρετισμούς
Add

Translations of "regarding" into Greek in sentences, translation memory