Translation of "relegating" into Greek

υποβιβάζοντας, ανάθεση are the top translations of "relegating" into Greek.

relegating verb noun

Present participle of relegate. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • υποβιβάζοντας

    particle

    κατηγορία στο ποδόσφαιρο

  • ανάθεση

    noun
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "relegating" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "relegating" with translations into Greek

  • Προβιβασμός και υποβιβασμός
  • ανάθεση · κατέβασμα · καταβιβασμός · μείωση · υποβιβασμός · χαμήλωμα
  • εκτοπίζομαι σε · καταντώ · πέφτω σε · περιέρχομαι σε · περιορίζομαι σε · υποβιβάζομαι σε
  • απομακρύνω · εξορίζω · παραπέμπω · υποβιβάζω
  • θέτω εκτός μάχης · θέτω στο περιθώριο · περιθωριοποιώ
  • περιθωριοποιημένος · υποβιβασμένος
  • περιθωριοποιημένος · υποβιβασμένος
  • ανάθεση · κατέβασμα · καταβιβασμός · μείωση · υποβιβασμός · χαμήλωμα
Add

Translations of "relegating" into Greek in sentences, translation memory