Translation of "repairing" into Greek
επιδιόρθωση is the translation of "repairing" into Greek.
repairing
noun
verb
grammar
Present participle of repair. [..]
-
επιδιόρθωση
noun feminineThe repair shall be done expediently, within a reasonable time after delivery of the vehicle.
Η επιδιόρθωση εκτελείται γρήγορα, σε εύλογο χρόνο μετά την παράδοση του οχήματος.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "repairing" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "repairing" with translations into Greek
-
χρόνος επισκευής
-
κέντρο επισκευών
-
χώρος συντήρησης αεροσκαφών
-
επανορθώσιμος · επισκευάσιμος
-
ανακαινίζω · αποζημιώνω · διορθώνω · επιδιορθώνω · επιδιόρθωση · επισκευάζω · επισκευή · εργασία αποκατάστασης · θέρετρο · καρίκωμα · πηγαίνω · πηγαινω, επιστρεφω, κατευθυνομαι ... στεκι · πολυσύχναστο μέρος · ρύθμιση · φτιάξιμο
-
ασφάλεια επισκευών
-
Μέσος χρόνος επισκευή / αποκατάσταση
-
Μέσος χρόνος επισκευής
Add example
Add