Translation of "reserved" into Greek
ρεζερβέ, επιφυλακτικός, "κουμπωμένος" are the top translations of "reserved" into Greek.
reserved
adjective
verb
grammar
Simple past tense and past participle of reserve. [..]
-
ρεζερβέ
adverbset aside for the use of a particular person or party
Sorry, but that's reserved for members of the immediate family.
Λυπάμαι, είναι ρεζερβέ για τους στενούς συγγενείς της νεκρής.
-
επιφυλακτικός
I abstained on this resolution, and I have two points of particular reservation.
Απείχα από την ψηφοφορία επ' αυτού του ψηφίσματος και υπάρχουν δύο σημεία για τα οποία είμαι ιδιαίτερα επιφυλακτικός.
-
"κουμπωμένος"
-
Less frequent translations
- διστακτικός
- κατειλημμένο
- κλεισμένος στον εαυτό του
- συγκρατημένος
- εφεδρικός, δεσμευμένος
- κατειλημμένος
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "reserved" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "reserved" with translations into Greek
-
απόκρυψη · δέσμευση · διαχωριστικό · ενδοιασμός · επιφύλαξη · κράτηση · κράτηση θέσης · κράτηση, δέσμευση, επιφύλαξη · περιοχή
-
διαμέρισμα MSR
-
Πρωτόκολλο δέσμευσης πόρων
-
έφεδρος · αγκαζάρω · αλλαγή · αναβάλλω · αποθεματικό · αποθεματικό κεφάλαιο · απόθεμα · εξασφαλίζω · επιφυλάσσω · επιφυλακτικότητα · επιφύλαξη · εφεδρεία · εφεδρική ομάδα · εφεδρικός · εφεδρικός παίχτης · κάνω κράτηση · κλείνω · κοίτασμα · κρατάω σε εφεδρεία · κρατώ · περιοχή · προστατευόμενη περιοχή · ρεζέρβα · φυλάω
-
αποθεματικά
-
εφεδρικός πόρος
-
εθνικό αλιευτικό καταφύγιο
-
εθνικό απόθεμα
Add example
Add