Translation of "resiliency" into Greek

ελαστικότητα is the translation of "resiliency" into Greek.

resiliency noun grammar

resilience [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • ελαστικότητα

    noun feminine

    He's studying the elasticity and resilience of fiberglass.

    Σπουδάζει την ελαστικότητα και την αντοχή του φάιμπερ-γκλας.

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "resiliency" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "resiliency" with translations into Greek

  • ανθεκτικός · ελαστικός · εύκαμπτος
  • ακαμψιμότητα · ανθεκτικότητα · ελαστικότητα · επαναπροσαρμοστικότητα · επανατακτικότητα · ψυχική ανθεκτικότητα · ψυχολογική αντοχή
  • ελαστική στήριξη
  • Προσαρμοστικότητα, ελαστικότητα
  • ψυχολογική προσαρμοστικότητα
  • ανθεκτικός · ελαστικός · εύκαμπτος
  • ακαμψιμότητα · ανθεκτικότητα · ελαστικότητα · επαναπροσαρμοστικότητα · επανατακτικότητα · ψυχική ανθεκτικότητα · ψυχολογική αντοχή
Add

Translations of "resiliency" into Greek in sentences, translation memory