Translation of "retentivity" into Greek
retentivity
noun
grammar
The ability to retain, potential for retention [..]
-
μνήμη, μνημονικό, θυμητικό
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "retentivity" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "retentivity" with translations into Greek
-
Πολιτική διατήρησης
-
Η επανάληψη είναι η μητέρα της μάθησης · επανάληψις μήτηρ (πάσης) μαθήσεως
-
διατήρηση · διατήρηση, συγκράτηση · επίσχεση · κράτηση · μνημονικό
-
περίοδος διατήρησης
-
πολιτική διατήρησης
-
συγκράτηση, διατήρηση δεδομένων
-
διατήρηση πελατών
Add example
Add