Translation of "retirement" into Greek
συνταξιοδότηση, σύνταξη, εγκατάλειψη are the top translations of "retirement" into Greek.
retirement
noun
grammar
An act of retiring, or the state of being retired; withdrawal; seclusion; as, the retirement of an officer; the portion of one's life after retiring from one's career. [..]
-
συνταξιοδότηση
noun feminineact of retiring, or the state of being retired [..]
Discourage early retirement by raising penalties for early exits.
Να αποθαρρύνει την πρόωρη συνταξιοδότηση με αύξηση των ποινών σε περίπτωση πρόωρης εξόδου.
-
σύνταξη
noun feminineαποχώρηση από την εργασία
Maybe it's just time to think about retirement.
Ίσως είναι καιρός να σκεφτείς να βγεις στη σύνταξη.
-
εγκατάλειψη
noun feminine
-
Less frequent translations
- αποχώρηση
- συντάξιμος
- μοναξιά
- συνταξιοδότησης
- αποστρατεία
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "retirement" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "retirement" with translations into Greek
-
απερχόμενος
-
πρόωρη συνταξιοδότηση
-
συνταξιούχος
-
αναχωρώ · αποσύρομαι · αποσύρω · αποχωρώ · απόσυρση · αφυπηρετώ · εγκαταλείπω · καταργώ · παρατάω · συνταξιοδοτούμαι · υποχωρώ
-
απόμερος · απόστρατος · εν αποστρατεία · παλαίμαχος · συνταξιούχος
-
μετά τη συνταξιοδότηση · που έχει πάρει σύνταξη · ως συνταξιούχος
-
σύνταξη
-
όροι συνταξιοδότησης
Add example
Add