Translation of "reward" into Greek

ανταμοιβή, αμείβω, αμοιβή are the top translations of "reward" into Greek.

reward verb noun grammar

Something of value given in return for an act. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • ανταμοιβή

    noun feminine

    something of value given in return for an act [..]

    Authors and publishers want to receive a financial reward for their work.

    Συγγραφείς και εκδότες θέλουν να λαμβάνουν οικονομική ανταμοιβή για το έργο τους.

  • αμείβω

    verb

    give a reward to

  • αμοιβή

    noun feminine

    See if we can't get you a little reward money.

    Να δούμε αν μπορέσουμε να σας δώσουμε μια μικρή αμοιβή.

  • Less frequent translations

    • βραβείο
    • ανταμείβω
    • πληρωμή
    • όφελος
    • επιβράβευση
    • ικανοποίηση
    • δώρο
    • κέρδος
    • αντάλλαγμα
    • ανταπόδοση
    • έπαθλο
    • εύρετρα
    • αποζημίωση
    • απολαβή
    • τυχερά
    • ενθαρρύνω
    • παράσημο
    • στεφάνι
    • καρπός
    • επιμίσθιο
    • αντίδωρο
    • επιστέφω
    • ξαντιμεμός
    • παρασημοφορώ
    • στεφανώνω
    • παρηγοριά
    • ευεργέτημα
    • η ανταμοιβή
    • φόρος τιμής
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "reward" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Translations with alternative spelling

Reward
+ Add

"Reward" in English - Greek dictionary

Currently, we have no translations for Reward in the dictionary, maybe you can add one? Make sure to check automatic translation, translation memory or indirect translations.

Phrases similar to "reward" with translations into Greek

  • μισθαποδότης
  • αξίζει τον κόπο · αξιόλογος · επικερδής · εποικοδομητικός · επωφελής · ευεργετικός · ικανοποιητικός · παρήγορος · πολύτιμος · που παρέχει ανταμοιβές · ωφέλιμος
  • αμισθί
  • μεταφορά για λογαριασμό τρίτου
  • μισθαποδότης
  • αξίζει τον κόπο · αξιόλογος · επικερδής · εποικοδομητικός · επωφελής · ευεργετικός · ικανοποιητικός · παρήγορος · πολύτιμος · που παρέχει ανταμοιβές · ωφέλιμος
  • αξίζει τον κόπο · αξιόλογος · επικερδής · εποικοδομητικός · επωφελής · ευεργετικός · ικανοποιητικός · παρήγορος · πολύτιμος · που παρέχει ανταμοιβές · ωφέλιμος
  • αξίζει τον κόπο · αξιόλογος · επικερδής · εποικοδομητικός · επωφελής · ευεργετικός · ικανοποιητικός · παρήγορος · πολύτιμος · που παρέχει ανταμοιβές · ωφέλιμος
Add

Translations of "reward" into Greek in sentences, translation memory