Translation of "riddling" into Greek
αινιγματώδης is the translation of "riddling" into Greek.
riddling
noun
verb
grammar
Present participle of riddle. [..]
-
αινιγματώδης
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "riddling" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "riddling" with translations into Greek
-
μιλάς με γρίφους, γέροντα
-
Αίνιγμα · αίνιγμα · γαζώνω · γρίφος · εξηγώ · κοσκινίζω · κρισάρα · κόσκινο · λύνω · ξεδιαλύνω · σήτα · τρυπώ
-
γαζώνω με · κάνω κτ κόσκινο από
-
γαζωμένος από · γεμάτος [+ουσ.] · διάτρητος από · κόσκινο από · πηγμένος σε, από
-
μιλάω με γρίφους
-
Αίνιγμα · αίνιγμα · γαζώνω · γρίφος · εξηγώ · κοσκινίζω · κρισάρα · κόσκινο · λύνω · ξεδιαλύνω · σήτα · τρυπώ
-
Αίνιγμα · αίνιγμα · γαζώνω · γρίφος · εξηγώ · κοσκινίζω · κρισάρα · κόσκινο · λύνω · ξεδιαλύνω · σήτα · τρυπώ
Add example
Add