Translation of "rise" into Greek
ανεβαίνω, αύξηση, σηκώνομαι are the top translations of "rise" into Greek.
rise
verb
noun
grammar
The action of moving upwards. [..]
-
ανεβαίνω
verbNow I'm rising above, but there's a ceiling, and I'm about to hit it.
Τώρα ανεβαίνω, αλλά υπάρχει και ταβάνι κι όπου να'ναι θα βρω!
-
αύξηση
noun feminineMany Europeans believe that the euro has caused prices to rise.
Κατά την άποψη πολλών Ευρωπαίων, το ευρώ οδήγησε σε αύξηση των τιμών.
-
σηκώνομαι
verbPardon me for not rising, but I haven't felt this ill since I had blubberitis.
Συγγνώμη που δε σηκώνομαι αλλά έχω να νιώσω άρρωστος από τότε που είχα ζαλάδες.
-
Less frequent translations
- αναδύομαι
- εμφανίζομαι
- ανατολή
- άνοδος
- ύψωμα
- φαίνομαι
- ανατέλλω
- ανέρχομαι
- πηγή
- εγείρω
- εμφάνιση
- έξαρση
- αυξάνομαι
- εγείρομαι
- διόγκωση
- βγαίνω
- υψώνω
- εξέγερση
- ύψωση
- ανάβαση
- ανηφόρα
- υψώνομαι
- αναρριχώμαι
- επαναστατώ
- ανεγείρω
- ανάρρηση
- αναπηδώ
- ανασταίνομαι
- εκπηγάζω
- εκπορεύομαι
- σκαρφαλώνω
- ανέβασμα
- ανέλιξη
- ανοδική κίνηση
- εγέρθητι, εγέρθητε
- επιδημία [+Γεν.]
- κύμα
- μισθολογική άνοδος
- ορθώνομαι
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "rise" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Images with "rise"
Phrases similar to "rise" with translations into Greek
-
πολυκατοικία · πολυόροφο κτίριο
-
η ένταση κλιμακώνεται · η ένταση κορυφώνεται
-
Αύξηση δυναμικού γης
-
Χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου
-
δίνω λαβή για, σε · οδηγώ σε
-
Αύξηση δυναμικού γης
-
δίνω αφορμή
-
ανερχόμενη στάθμη της θάλασσας
Add example
Add