Translation of "roaring" into Greek
θορυβώδης, βροντερός, βρυχώμενος are the top translations of "roaring" into Greek.
roaring
noun
adjective
verb
adverb
grammar
Very; intensively; extremely. [..]
-
θορυβώδης
adjective masculineNor yet a roaring psychopath, like you, dear lady.
Ούτε κανένας θορυβώδης ψυχοπαθής, όπως εσύ, αγαπητή μου κυρία.
-
βροντερός
-
βρυχώμενος
And with wind, with roaring waves, by me let him be hurled from sea to sea,
Κι εξαιτίας μου, σε βρυχώμενα κύματα κι ανέμους παραδέρνει από θάλασσα σε θάλασσα,
-
Less frequent translations
- δριμύτερος
- παταγώδης
- πολύβουος
- σαματατζίδικος
- τρελός
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "roaring" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "roaring" with translations into Greek
-
βρυχηθμός · βρυχιέμαι · βρυχώμαι · θορυβώ · μουγκρίζω · ορυμαγδός · ουρλιάζω · σκούζω · ωρύομαι
-
επανέρχομαι δριμύτερος · επανακάμπτω δριμύτερος · επανακάμπτω δυναμικά
-
Οργιώδης Δεκαετία τού 1920 · θορυβώδης δεκαετία τού '20
-
βρυχηθμός · βρυχιέμαι · βρυχώμαι · θορυβώ · μουγκρίζω · ορυμαγδός · ουρλιάζω · σκούζω · ωρύομαι
-
βρυχηθμός · βρυχιέμαι · βρυχώμαι · θορυβώ · μουγκρίζω · ορυμαγδός · ουρλιάζω · σκούζω · ωρύομαι
Add example
Add