You may be interested in checking these words as well:

ruin

Translation of "ruining" into Greek

ruining noun verb grammar

Present participle of ruin. [..]

Automatic translations of "ruining" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
+ Add

"ruining" in English - Greek dictionary

Currently, we have no translations for ruining in the dictionary, maybe you can add one? Make sure to check automatic translation, translation memory or indirect translations.

Phrases similar to "ruining" with translations into Greek

  • έχω γίνει συντρίμμια
  • αφανίζω · αχρηστεύω · βλάπτω ανεπανόρθωτα · γκρεμίζω · ερείπιο · ερείπωση · ερειπώνω · θάνατος · κάνω ερείπιο · κάνω κτ σαν τα μούτρα μου · κατάρρευση · κατέβασμα · καταβιβάζω · καταβιβασμός · καταδέχομαι · καταστρέφομαι · καταστρέφω · καταστροφή · κατεβάζω · μείωση · μειώνώ · ξεπαρθενεύω · ξεχαρβαλώνω · οδηγώ στη χρεοκοπία · πτωχεύω · πτώση · ρημάζω · σωστό ερείπιο · τελείως καταβλημένος · φέρνω την καταστροφή σε · φαλιρίζω · φθείρω · χάλασμα · χαλώ · χαμήλωμα · χαμηλώνω · χρεοκοπώ · χρεωκοπώ · όλεθρος
  • καταστρέφομαι ολοσχερώς
  • γκρεμίζω · ερειπώνω · ερημώνω · ισοπεδώνω · ρημάζω
  • ερειπωμένος · ρημαγμένος
  • καταντώ ερείπιο · καταστρέφω · μεταβάλλω, -τρέπω σε ερείπια · οδηγώ στην καταστροφή · ρημάζω
  • ο δρόμος προς την καταστροφή
  • καταστρέφω · φέρνω την καταστροφή σε
Add

Translations of "ruining" into Greek in sentences, translation memory