Translation of "scorned" into Greek
περιφρονημένος is the translation of "scorned" into Greek.
scorned
adjective
verb
grammar
Hated, despised, or avoided. [..]
-
περιφρονημένος
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "scorned" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "scorned" with translations into Greek
-
λοιδορείται · λοιδορείται · απέχθεια · απορρίπτω · καταφρόνηση · κοροϊδεύω · περιφρονώ · περιφρόνηση
-
περιφρονώ
-
καταφρονητικός · περιφρονητική · περιφρονητικό · περιφρονητικός · υπεροπτικός
-
περιφρονώντας
-
λοιδορείται · λοιδορείται · απέχθεια · απορρίπτω · καταφρόνηση · κοροϊδεύω · περιφρονώ · περιφρόνηση
-
λοιδορείται · λοιδορείται · απέχθεια · απορρίπτω · καταφρόνηση · κοροϊδεύω · περιφρονώ · περιφρόνηση
Add example
Add