Translation of "self-importance" into Greek

«αυτισμός», αλαζονεία, αυταρέσκεια are the top translations of "self-importance" into Greek.

self-importance noun grammar

An exaggerated estimate of one's own importance or merit, especially as manifested by the conduct or manners; self-conceit. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • «αυτισμός»

  • αλαζονεία

    noun feminine

    Already, this commissioner, bursting with self-importance has had the audacity to offer me a position there.

    Ήδη αυτός ο Αρμοστής, πλημμυρισμένος από αλαζονεία, είχε το θράσος να μου προσφέρει μια θέση εκεί.

  • αυταρέσκεια

  • Less frequent translations

    • αυτοθαυμασμός
    • κομπασμός
    • ναρκισσισμός
    • ξυπασιά
    • σπουδαιοφάνεια
    • υπεροψία
    • φιλαυτία
    • ωραιοπάθεια
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "self-importance" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "self-importance" with translations into Greek

  • αυτάρεσκος · εγωπαθής · νάρκισσος · που έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του · υπερόπτης · φίλαυτος · φαντασμένος · ψώνιο · ωραιοπαθής
  • που έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του
  • αυτάρεσκος · εγωπαθής · νάρκισσος · που έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του · υπερόπτης · φίλαυτος · φαντασμένος · ψώνιο · ωραιοπαθής
  • αυτάρεσκος · εγωπαθής · νάρκισσος · που έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του · υπερόπτης · φίλαυτος · φαντασμένος · ψώνιο · ωραιοπαθής
Add

Translations of "self-importance" into Greek in sentences, translation memory