Translation of "shocked" into Greek

αποσβολωμένος, εμβρόντητος, σοκαρισμένος are the top translations of "shocked" into Greek.

shocked adjective verb grammar

surprised, startled, confused, or taken aback. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • αποσβολωμένος

    3α. (για πρόσωπο) Που έχει μείνει άφωνος από κατάπληξη, θαυμασμό κτλ. (ΣΥΝ άλαλος, άναυδος, έκπληκτος, εμβρόντητος, κατάπληκτος, κοκαλωμένος, <λόγ.> ενεός)

  • εμβρόντητος

  • σοκαρισμένος

    Jerry stood outside the closed door in shock, wondering what had happened.

    Ο Δημήτρης στάθηκε έξω από την κλειστή πόρτα σοκαρισμένος, και αναρωτιόταν τι είχε συμβεί.

  • συγκλονισμένος

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "shocked" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "shocked" with translations into Greek

  • σύνδρομο τοξικής καταπληξίας
  • δόνηση · εκπλήσσω · ηλεκτροπληξία · θημωνιά · καταπλήσσω · καταπληξία · κλονισμός · κρίση · κραδασμός · κρούση · νευρικός κλονισμός · ξάφνιασμα · παραξενεύω · πλήγμα · προκαλώ κατάπληξη · προσβάλλω · σάστισμα · σοκ · σοκάρω · τίναγμα · ταράσσω
  • θερμικό σόκ
  • Σοκ και Δέος
  • Καταπληξία
  • αμορτισέρ · απορροφητής δονήσεων, αντικραδασμικό
  • Ηλεκτροπληξία · ηλεκτροπληξία
  • τα χάνω
Add

Translations of "shocked" into Greek in sentences, translation memory