Translation of "shooting" into Greek

πυροβολισμός, κυνήγι, σκοπευτήριο are the top translations of "shooting" into Greek.

shooting noun verb grammar

Present participle of shoot. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • πυροβολισμός

    noun

    Just like I was telling the truth about how shooting you was an accident.

    'Οπως έλεγα οτι και ο πυροβολισμός σου ήταν ατύχημα.

  • κυνήγι

    noun neuter

    I can see you and I need to go out and shoot some ducks together.

    Σε βλέπω και θέλω να πάμε παρέα για κυνήγι καμιά μέρα.

  • σκοπευτήριο

    Noun

    Guess he should've spent a little more time on the shooting range.

    Μάλλον θα έπρεπε να περάσει περισσότερο χρόνο στο σκοπευτήριο.

  • Less frequent translations

    • φωτογράφιση
    • σκοποβολή
    • επίθεση
    • εκτέλεση
    • μακελειό
    • ριξιά
    • ανταλλαγή πυροβολισμών
    • επεισόδιο με πυροβολισμούς
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "shooting" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Images with "shooting"

Phrases similar to "shooting" with translations into Greek

  • αιματηρή επίθεση
  • καυχιέμαι · κοκορεύομαι · κομπάζω · κορδώνομαι · υπερηφανεύομαι
  • πυρολισμοί σε σχολεία
  • Βλαστός · αποσπώ · βάλλω · βλασταίνω · βλαστός · γαζώνω · γύρισμα · κάνω ένεση · κινηματογραφώ · κυνήγι · κυνηγώ · ορμώ · πυροβολώ · ρίχνω · ρίχνω τουφεκιές · σουτ · σπεύδω · τουφεκίζω · τραβώ · υπερπηδώ · φιντάνι · φιντανάκι · φωτογράφιση · φωτογραφίζω
  • μπιστόλι · πιστόλι
  • ασφαλώς · βεβαίως · σίγουρα
  • παρακλάδι · φράξια
  • γυρίζω · πυροβολώ · ρίχνω
Add

Translations of "shooting" into Greek in sentences, translation memory