Translation of "shrinking" into Greek
συρρίκνωση, συρρικνώνοντας are the top translations of "shrinking" into Greek.
shrinking
noun
verb
grammar
Possessing the property of reducing in size or significance. [..]
-
συρρίκνωση
nounStandstill in terms of economic developments would lead to shrinking living standards.
Η στασιμότητα στις οικονομικές εξελίξεις θα οδηγούσε σε συρρίκνωση του βιοτικού επιπέδου.
-
συρρικνώνοντας
particleShrinking now will tear you up inside
Συρρικνώνοντας τώρα, θα διαλυθείς μέσα σου
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "shrinking" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "shrinking" with translations into Greek
-
Συστέλλομαι, συρρικνώνομαι, μπαίνω
-
συρρικνώνομαι
-
αποτραβιέμαι · ατονώ · ζαρώνω · καταβιβάζω · καταδέχομαι · κατεβάζω · κουρεύω (χρέος) · λιγοστεύω · λουφάρω · μαζεύομαι · μαζεύω · μειώνω · μειώνω, -ομαι · μειώνώ · μικραίνω · μπάζω · μπαίνω · οπισθοχωρώ · στενεύω · συμπτύσσω, -ομαι · συντομεύω · συρρίκνωση · συρρικνώνομαι · συρρικνώνω · τρελογιατρός · υποστρέφω · χαμηλώνω · ψυχίατρος
-
θερμοκρασία συρρίκνωσης
-
Συστέλλομαι, συρρικνώνομαι, μπαίνω
-
αποτραβιέμαι · ατονώ · ζαρώνω · καταβιβάζω · καταδέχομαι · κατεβάζω · κουρεύω (χρέος) · λιγοστεύω · λουφάρω · μαζεύομαι · μαζεύω · μειώνω · μειώνω, -ομαι · μειώνώ · μικραίνω · μπάζω · μπαίνω · οπισθοχωρώ · στενεύω · συμπτύσσω, -ομαι · συντομεύω · συρρίκνωση · συρρικνώνομαι · συρρικνώνω · τρελογιατρός · υποστρέφω · χαμηλώνω · ψυχίατρος
-
αποτραβιέμαι · ατονώ · ζαρώνω · καταβιβάζω · καταδέχομαι · κατεβάζω · κουρεύω (χρέος) · λιγοστεύω · λουφάρω · μαζεύομαι · μαζεύω · μειώνω · μειώνω, -ομαι · μειώνώ · μικραίνω · μπάζω · μπαίνω · οπισθοχωρώ · στενεύω · συμπτύσσω, -ομαι · συντομεύω · συρρίκνωση · συρρικνώνομαι · συρρικνώνω · τρελογιατρός · υποστρέφω · χαμηλώνω · ψυχίατρος
Add example
Add