Translation of "shut" into Greek

κλείνω, κλειστός, επισκιάζω are the top translations of "shut" into Greek.

shut adjective verb noun grammar

(transitive) To close, to stop from being open. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • κλείνω

    verb

    to close

    And you must shut down your factory until we don't get the results.

    Και θα πρέπει να κλείσετε τον εργοστάσιο σας μέχρι να βγουν τα αποτελέσματα.

  • κλειστός

    adjective

    He said if she wouldn't keep her mouth shut, that he would shut it for her.

    Είπε ότι αν δεν κρατούσε το στόμα της κλειστό, θα της το έκλεινε αυτός.

  • επισκιάζω

    verb
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "shut" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Images with "shut"

Phrases similar to "shut" with translations into Greek

  • υπολειτουργώ
  • Η υπόθεση είναι ξεκάθαρη
  • "του την είπα", τον αποστόμωσα · κλείνω το στόμα κάποιου
  • Αυτόματη διακοπή
  • αναστέλλω την λειτουργία (+Γεν.) · διακοπή λειτουργίας · διακόπτω τη λειτουργία [+Γεν.] · διαλύω · θέτω εκτός λειτουργίας · θέτω σε διαθεσιμότητα · κλείνω · κλείνω τα στόματα · μπλοκάρω · παρακωλύω · παύση λειτουργίας · τερματίζω · φιμώνω
  • αποκλείω · επισκιάζω
  • αποκλεισμένος
  • άσ' τα σάπια · έλα, σταμάτα τώρα · πάψε πια · σκάσε πια · σκάψε πια
Add

Translations of "shut" into Greek in sentences, translation memory