Translation of "sinking" into Greek

κατέβασμα, καταβιβασμός, μείωση are the top translations of "sinking" into Greek.

sinking noun verb grammar

Present participle of sink . [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • κατέβασμα

    noun
  • καταβιβασμός

  • μείωση

    noun feminine

    The more often they are recycled, the better they fulfil their carbon sink function.

    Όσο πιο συχνά ανακυκλώνονται τόσο καλύτερα εκπληρώνουν τη λειτουργία τους στη μείωση του άνθρακος.

  • Less frequent translations

    • χαμήλωμα
    • βούλιαγμα
    • βυθιζόμενος
    • βύθιση
    • κατάρρευση
    • που βουλιάζει
    • πτώση
    • σώριασμα
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "sinking" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "sinking" with translations into Greek

  • θερμοαπαγωγός συμπαγούς χαλκού
  • Αποδέκτης, απορροφώ
  • τερματικό-αποδέκτης
  • πατώνω
  • αγγίζω · αποδέκτης · βάζω · βουλιάζω · βούρνα · βυθίζομαι · βυθίζω · βόθρος · γλιστρώ · καθιζάνω · καρφώνω · καταβοθρα · καταπίπτω · καταποντίζω · κατεβάζω · κατρακυλώ · μπήγω · νεροχύτης · νιπτήρας · παλουκώνω · περιέρχομαι · ποντίζω · υποβαθμίζομαι · φουντάρω · χαμηλώνω · χώνω βαθιά · ψύκτρα
  • Θερμοαπαγωγός ανεμιστήρα
  • ακούς; ακούω · αφομοίωσέ το αυτό · εμπεδώστε το · εσωτερίκευσέ το · παρ' το απόφαση · παρ' το χαμπάρι · συνειδητοποίησέ το · τροφή για σκέψη · χώνεψέ το
  • Θερμοαπαγωγός ανεμιστήρα
Add

Translations of "sinking" into Greek in sentences, translation memory