Translation of "skepticalness" into Greek
δυσπιστία, σκεπτικισμός are the top translations of "skepticalness" into Greek.
skepticalness
noun
grammar
Quality of being skeptical.
-
δυσπιστία
nounI just gave you amazing news, and all you can be is skeptical.
Μόλις σου είπα εκπληκτικά νέα κι εσύ δείχνεις δυσπιστία.
-
σκεπτικισμός
noun masculineMaybe skepticism is some sort of evolutionary shield that helps the species survive.
Ίσως ο σκεπτικισμός είναι μία κάποια εξελικτική ασπίδα που βοηθά τα είδη να επιβιώνουν.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "skepticalness" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "skepticalness" with translations into Greek
-
διστακτικός · δύσπιστος · επιφυλακτικός · που διατηρεί αμφιβολίες · που είναι επιφυλακτικός απέναντι σε · σκεπτικός
-
αγνωστικισμός · δυσπιστία · σκεπτικισμός · στάση αμφισβήτησης
-
έχω αμφιβολίες σχετικά με · έχω επιφυλάξεις για · αμφιβάλλω για · αντιμετωπίζω κτ με δυσπιστία · αντιμετωπίζω με σκεπτικισμό κτ · διατηρώ αμφιβολίες για · είμαι επιφυλακτικός απέναντι
-
αμφισβητίας · αρνητής · επιφυλακτικός · σκεπτικιστής · σκεπτικός
-
επιφυλακτική στάση
Add example
Add