Translation of "slanderous" into Greek
δυσφημιστικός, συκοφαντικός, δυσφημιστική are the top translations of "slanderous" into Greek.
(of something said) Both untrue and harmful to a reputation. [..]
-
δυσφημιστικός
adjective masculineBoth untrue and harmful to a reputation
-
συκοφαντικός
adjective masculineWe rightly have restrictions on freedom of speech covered by the laws of libel and slander.
Δικαίως έχουμε εφαρμόσει περιορισμού στην ελευθερία του λόγου με νόμους για συκοφαντική δυσφήμηση και διασυρμό.
-
δυσφημιστική
Slander is a false, malicious, and defamatory statement about someone.
Η συκοφαντία είναι μια ψευδής, κακεντρεχής και δυσφημιστική δήλωση για κάποιον άλλον.
-
δυσφημιστικό
But why wound his body with bullets... when I could set his soul afire with a slanderous mambo?
Μα γιατί να τον πυροβολήσω ενώ μπορώ να κάψω την ψυχή του με ένα δυσφημιστικό μάμπο;
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "slanderous" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "slanderous" with translations into Greek
-
σπερμολόγος · συκοφάντης
-
συκοφαντώ
-
κακές γλώσσες
-
διαβάλλω · διαβολή · διασυρμός · διασύρω · δυσφήμηση · δυσφημίζω · δυσφημώ · συκοφαντία · συκοφαντώ
-
διαβάλλω · διαβολή · διασυρμός · διασύρω · δυσφήμηση · δυσφημίζω · δυσφημώ · συκοφαντία · συκοφαντώ
-
διαβάλλω · διαβολή · διασυρμός · διασύρω · δυσφήμηση · δυσφημίζω · δυσφημώ · συκοφαντία · συκοφαντώ
-
συκοφαντώ
-
διαβάλλω · διαβολή · διασυρμός · διασύρω · δυσφήμηση · δυσφημίζω · δυσφημώ · συκοφαντία · συκοφαντώ