Translation of "slenderness" into Greek
ισχνότητα is the translation of "slenderness" into Greek.
slenderness
noun
grammar
The property of being slender. [..]
-
ισχνότητα
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "slenderness" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "slenderness" with translations into Greek
-
αδυνατίζω
-
ερπηστής suricata suricatta · ερπηστής με λεπτή ουρά
-
αδύναμος · αδύνατος · ισχνός · κοκαλιάρης · λεπτός · λιγνός · λιγοστός · ραδινός
-
Λεπτομύτα
-
αδύναμος · αδύνατος · ισχνός · κοκαλιάρης · λεπτός · λιγνός · λιγοστός · ραδινός
-
αδύναμος · αδύνατος · ισχνός · κοκαλιάρης · λεπτός · λιγνός · λιγοστός · ραδινός
-
αδύναμος · αδύνατος · ισχνός · κοκαλιάρης · λεπτός · λιγνός · λιγοστός · ραδινός
-
αδύναμος · αδύνατος · ισχνός · κοκαλιάρης · λεπτός · λιγνός · λιγοστός · ραδινός
Add example
Add