Translation of "smashing" into Greek
εξαίσιος, συντριπτικός are the top translations of "smashing" into Greek.
smashing
adjective
noun
verb
grammar
Serving to smash (something). [..]
-
εξαίσιος
-
συντριπτικός
adjective
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "smashing" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "smashing" with translations into Greek
-
· διάσπαση · διαλύω · επιτυχία · θρυμματίζω · κάνω κομμάτια · ξεχαρβαλώνω · ξηλώνω · πάταγος · πτωχεύω · σουξέ · σπάζω · σπάσιμο · σπάω · συντρίβω · σύγκρουση · φαλιρίζω · χρεοκοπώ · χρεωκοπώ
-
επιτυχία · σουξέ
-
σπάω τα μούτρα κάποιου
-
καταρρίπτω τα ρεκόρ · σπάζω ρεκόρ · σπάω ρεκόρ
-
διαλύω · κάνω κομμάτια · ξεχαρβαλώνω · ξηλώνω · συντρίβω
-
εισβάλλω σε · πέφτω πάνω σε · προσκρούω σε · τσακίζομαι σε
-
δεν αφήνω λαμπόγυαλο · κάνω κτ γυαλιά καρφιά
-
· διάσπαση · διαλύω · επιτυχία · θρυμματίζω · κάνω κομμάτια · ξεχαρβαλώνω · ξηλώνω · πάταγος · πτωχεύω · σουξέ · σπάζω · σπάσιμο · σπάω · συντρίβω · σύγκρουση · φαλιρίζω · χρεοκοπώ · χρεωκοπώ
Add example
Add