Translation of "smearing" into Greek

άλειψη is the translation of "smearing" into Greek.

smearing noun verb grammar

Present participle of smear. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • άλειψη

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "smearing" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "smearing" with translations into Greek

  • αλείφω · διασύρω · επίχρισμα · επαλείφω · επικαλύπτω · επιχρίω · κηλίδα · λασπολογώ · λεκές · λερώνω · μουτζούρα · πασάλειμμα · πασσαλείφω · σπίλος · σπίλωμα
  • δυσφημιστική εκστρατεία · εκστρατεία λασπολογίας
  • σπιλώνω
  • τεστ Παπανικολάου
  • στιγματίζω (κπ) ως
  • αλείφω · διασύρω · επίχρισμα · επαλείφω · επικαλύπτω · επιχρίω · κηλίδα · λασπολογώ · λεκές · λερώνω · μουτζούρα · πασάλειμμα · πασσαλείφω · σπίλος · σπίλωμα
  • αλείφω · διασύρω · επίχρισμα · επαλείφω · επικαλύπτω · επιχρίω · κηλίδα · λασπολογώ · λεκές · λερώνω · μουτζούρα · πασάλειμμα · πασσαλείφω · σπίλος · σπίλωμα
Add

Translations of "smearing" into Greek in sentences, translation memory