Translation of "soaked" into Greek

μούσκεμα, μουσκίδι, βρεγμένος are the top translations of "soaked" into Greek.

soaked adjective verb grammar

Drenched with water, or other liquid. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • μούσκεμα

    adverb

    Anybody within shouting distance would've gotten completely soaked.

    Οποιοσδήποτε βρίσκεται σε απόσταση κραυγής γίνεται κυριολεκτικά μούσκεμα.

  • μουσκίδι

    If people have to be soaked, they should be soaked inside, not out.

    Αν είναι να είμαστε μουσκίδι, καλύτερα να είμαστε μουσκίδι μέσα στο σπίτι.

  • βρεγμένος

    adjective masculine

    Yep, you're a big bag of blubber soaked in worthless juice.

    Ναι, είσαι μία μεγάλη τσάντα λίπους βρεγμένος σε άχρηστο χυμό.

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "soaked" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "soaked" with translations into Greek

  • καθημαγμένος
  • κτ μου βγαίνει ξινό
  • αισχροκερδώ · βρέχω · γίνομαι μούσκεμα · γδέρνω · διαποτίζω · εμποτίζω · ενεχυριάζω · μεθοκοπώ · μουλιάζω · μουσκεύω · μούλιασμα · μπεκρολογώ · μπεκροπίνω · μπεκρουλιάζω · τσεκουρώνω · υπερχρεώνω · χαρατσώνω
  • κάποιου του το βγάζω ξινό
  • μούσκεμα
  • διαβροχή · εμβάπτιση · εμποτισμός
  • αφήνω στο μούσκιο · αφομοιώνομαι
  • απορροφώ · αφομοιώνω
Add

Translations of "soaked" into Greek in sentences, translation memory