Translation of "solute" into Greek
διάλυμα, διαλυμένη ουσία are the top translations of "solute" into Greek.
solute
adjective
verb
noun
grammar
Loose; free; liberal [..]
-
διάλυμα
noun neuterCollect distillate in the boric acid receiving solution.
Συλλέγουμε το απόσταγμα από το διάλυμα βορικού οξέος.
-
διαλυμένη ουσία
feminineThe low molecular weight end-point of the calibration curve is defined by n-hexyl benzene or another suitable non-polar solute
Το προς τα χαμηλά μοριακά βάρη ακραίο σημείο της καμπύλης διακριβώσεως ορίζεται από η-εξυλοβενζόλιο ή άλλη κατάλληλη μη πολική διαλυμένη ουσία
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "solute" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "solute" with translations into Greek
-
εξερεύνηση λύσεων
-
Συσκευασία λύσης για τους χρήστες
-
γραφική επίλυση
-
Ρυθμιστικό διάλυμα · ρυθμιστικό διάλυμα
-
Διάλυμα · διάλυμα · διάλυση · επίλυση · λύση · υπηρεσία
-
στοιχείο λύσης
-
άλμη · άρμη · αλατούχο διάλυμα · αλατόνερο · φυσιολογικός ορός
-
επιφάνεια λύσης
Add example
Add