Translation of "sow" into Greek
σπέρνω, γουρούνα, σκρόφα are the top translations of "sow" into Greek.
sow
verb
noun
grammar
A channel that conducts molten metal to molds. [..]
-
σπέρνω
verbdisperse seeds
You'd think by now that people would understand that you reap what you sow.
Νομίζεις ότι ο κόσμος έχει καταλάβει πια ότι όπως σπέρνουμε θα θερίσουμε.
-
γουρούνα
noun femininefemale pig
The sow has no pigs, the farmer is afraid he may starve.
Αν η γουρούνα δεν έχει γουρουνάκια, ο αγρότης φοβάται μήπως πεινάσει.
-
σκρόφα
noun femininecontemptible woman [..]
Break that, you ugly sow, and you and your useless grandfather can be a burden on some other household.
Αν το σπάσεις, σκρόφα, εσύ κι ο άχρηστος παππούς σου, βρείτε άλλο χέρι να σας ταΐζει.
-
Less frequent translations
- σπείρειν
- διαδίδω
- ενσταλάζω
- προπαγανδίζω
- γουρούνι
- σπείρω
- εμφυτεύω
- ενσπείρω
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "sow" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Images with "sow"
Phrases similar to "sow" with translations into Greek
-
όπως έστρωσες, θα κοιμηθείς · όπως στρώσεις, θα κοιμηθείς
-
όποιος σπέρνει ανέμους, θερίζει θύελλες
-
όπως στρώσεις, θα κοιμηθείς
-
αυτός που σπέρνει άνεμο, θύελλα θα θερίσει
-
σπάρσιμο · σπορά
-
εμφυτεύω · ενσπείρω
-
ανεμομαζώματα, διαβολοσκορπίσματα · ό,τι σπείρεις θα θερίσεις · όποιος σπέρνει ανέμους, θερίζει θύελλες
-
ό,τι σπείρεις θα θερίσεις · όποιος σπέρνει ανέμους, θερίζει θύελλες
Add example
Add