Translation of "sparing" into Greek
λιγοστός, λιτός, μακρόθυμος are the top translations of "sparing" into Greek.
sparing
adjective
verb
grammar
prudent and restrained in the use of resources; careful, economical or frugal [..]
-
λιγοστός
adjective masculine -
λιτός
adjective masculineHe was always sparing with praise.
Πάντα ήταν λιτός με τους επαίνους.
-
μακρόθυμος
adjective masculineA man of sense is sparing of his words; the prudent will keep cool.
Ο κρατών τους λόγους αυτού είναι γνωστικός· ο μακρόθυμος άνθρωπος είναι φρόνιμος.
-
Less frequent translations
- οικονομικός
- περιορισμένος
- φειδωλός
- φειδώ
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "sparing" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "sparing" with translations into Greek
-
ανταλλακτικά · ανταλλακτικό · ανταλλακτικός · διαθέσιμος · διαφυλάσσω · εξοικονομώ · επιπλέον · εφεδρικός · ισχνός · κάνω χωρίς · λιτοδίαιτος · λιτός · λογαριάζω · λυπάμαι · μου βρίσκεται, -ονται · μου περισσεύει κτ · οικονομώ · περισσεύω · περιττός · ρεζέρβα · σπέαρ · συγχωρώ · σώζω · τσιγκουνεύομαι · υπολογίζω · φείδομαι · φυλάγω · χαρίζω
-
εφεδρική χωρητικότητα
-
αναλώσιμα ανταλλακτικά
-
δεν φείδομαι κόπων
-
πίνακας εφεδρείας
-
αντικλείδι · δεύτερο κλειδί · εφεδρικό κλειδί
-
ρεζέρβα
-
ρεζέρβα · σωσίβιο
Add example
Add