Translation of "speculator" into Greek
κερδοσκόπος is the translation of "speculator" into Greek.
speculator
noun
grammar
(business, finance) One who speculates; as in investing, one who is willing to take volatile risks upon invested principle for the potential of substantial returns. [..]
-
κερδοσκόπος
masculineThe speculator and the publican found the native an easy prey.”
Ο κερδοσκόπος και ο φοροσυλλέκτης βρήκαν τους ιθαγενείς εύκολη λεία.»
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "speculator" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "speculator" with translations into Greek
-
έχουν διατυπωθεί αρκετές θεωρίες σχετικά με...
-
οικοδομική κερδοσκοπία
-
αναρωτιέμαι · διαλογίζομαι · διατυπώνω θεωρίες · διατυπώνω υποθέσεις · εικάζω · εικαζω,σκεφτομαι · θεωρητικολογώ · θεωρώ · κερδοσκοπώ · πιθανολογώ · σκέπτομαι · στοχάζομαι · συλλογίζομαι · υποθέτω · φαντάζομαι
-
υποθέτω
-
κερδοσκοπικά κεφάλαια
-
αναπόδεικτος · θεωρητικός · υποθετικός
-
Κερδοσκοπία · αισχροκέρδεια · διαλογισμός · εικασία · εικασίες · θεωρία · θεωρητικολογία · κερδοσκοπία · μελέτη · πιθανολογίες · πιθανολόγημα · προβληματισμός · σενάριο · σκέψη
-
κερδοσκοπώντας
Add example
Add