Translation of "spoiled" into Greek

αλλοιωμένος, κακομαθημένος, καλομαθημένος are the top translations of "spoiled" into Greek.

spoiled adjective verb grammar

Simple past tense and past participle of spoil. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • αλλοιωμένος

    adjective masculine
  • κακομαθημένος

    adjective masculine

    Now let a selfish, spoiled, arrogant old man tell you a couple of things.

    Τώρα θα μιλήσει ο εγωιστής, αλαζόνας, κακομαθημένος γέρος.

  • καλομαθημένος

    adjective masculine
  • χαλασμένος

    adjective masculine

    RJ's off getting spoiled by his mom.

    RJ από να πάρει χαλασμένος από το mom του.

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "spoiled" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "spoiled" with translations into Greek

  • αλλοιώνομαι · αλλοιώνω · αμαυρώνω · ανατρέπω · αρπάζω · εκτελώ αδέξια · κάνω άτεχνα · κάνω χαλάστρα · κακομαθαίνω · καλομαθαίνω · κανακεύω · καταστρέφω · κόβω · λάφυρο · λεία · μαρτυράω · μαρτυρώ · ματαιώνω · μπάζα · μπαγιατεύω · μυρίζω · ξινίζω · ξυνίζω · παραχαιδεύω · παραχαϊδεύω · προδίδω · τα θαλασσώνω · τα κάνω μούσκεμα · φθείρω · χαλάω · χαλώ
  • λάφυρα
  • χώρος απόρριψης περιττών χωμάτων (μπάζων)
  • αλλοιώνομαι · κακομαθαίνω · καλομαθαίνω · χαλάω
  • κακομαθημένος βουτυρομπεμπές
  • έτοιμος για καβγά · πάω γυρεύοντας
  • τον καλόμαθα
  • κάνω χατίρι
Add

Translations of "spoiled" into Greek in sentences, translation memory