Translation of "stall" into Greek
κιόσκι μικροπωλητή, στάβλος, σταματώ are the top translations of "stall" into Greek.
stall
verb
noun
grammar
(countable) A compartment for a single animal in a stable or cattle shed. [..]
-
κιόσκι μικροπωλητή
neutersmall open-fronted shop [..]
-
στάβλος
nounEvery stall in this barn has a pipe just like this one.
Κάθε στάβλος στον αχυρώνα έχει έναν τέτοιον αγωγό.
-
σταματώ
verbEase back on the throttle or the engine might stall!
Μετρίασε το γκάζι αλλιώς η μηχανή θα σταματήσει!
-
Less frequent translations
- κιόσκι
- αναβάλλω
- καθυστερώ
- διακόπτω
- πάγκος
- παράπηγμα
- κάθισμα
- περίπτερο
- αποφεύγω
- εμποδίζω
- θάλαμος
- χρονοτριβή
- φάτνη
- ακινητοποιούμαι
- ακινητοποιώ
- αποτελματώνομαι
- βαλτώνω
- καθηλώνω
- κοντοστέκομαι
- σταβλίζω
- σταύλος
- τελματώνω
- χασομερώ
- απώλεια στήριξης
- διαχωρισμένο τμήμα
- εκθετήριο αντικειμένων
- μελετητήριο βιβλιοθήκης
- παραμένω στάσιμος
- παρουσιάζω κάμψη
- υπαίθριος πάγκος
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "stall" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Images with "stall"
Phrases similar to "stall" with translations into Greek
-
προσπαθώ να κερδίσω χρόνο
-
πάγκος μικροπωλητή
-
χρονοτριβή
-
μπροστινές θέσεις (καθίσματα) πλατείας θεάτρου
-
ντουζιέρα · ντους · ντουσιέρα
-
πλατεία · στάβλος
-
σύστημα αποτροπής απώλειας στήριξης · σύστημα πρόληψης απώλειας στήριξης
-
αποτελματωμένος · ημιτελής · καθηλωμένος · μισοτελειωμένος · σε τέλμα · στάσιμος · σταματημένος · στον πάγο
Add example
Add