Translation of "stiffness" into Greek

ακαμψία, σκληρότητα, ακαμψία are the top translations of "stiffness" into Greek.

stiffness noun grammar

rigidity or a measure of rigidity [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • ακαμψία

    noun

    Thought that stiff looked pretty unique, until we found this guy with the same problem.

    Πίστευα ότι η ακαμψία του πτώματος ήταν απίστευτα μοναδική, μέχρι που βρήκαμε και αυτόν τον τύπο με το ίδιο πρόβλημα.

  • σκληρότητα, ακαμψία

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "stiffness" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "stiffness" with translations into Greek

  • κολάρο σκληρό
  • άκαμπτος · αυστηρός · δραστικός · δύσκαμπτος · εξαπατώ · ισχυρός · κοιμίσης · λαπάς · λείψανο · πιασμένος · πτώμα · σκληρός · στραβόξυλο · τρώω · ψόφιος, ψοφίμι
  • τρώω κάποιου κτ
  • σθεναρή αντίσταση
  • δυσκαμψία στους ώμους
  • σκληροτράχηλος
  • άκαμπτη γραμμή
  • μου κόπηκαν τα ήπατα
Add

Translations of "stiffness" into Greek in sentences, translation memory