Translation of "stillness" into Greek

ηρεμία, ησυχία, ακινησία are the top translations of "stillness" into Greek.

stillness noun grammar

The quality or state of being still; quietness; silence; calmness; inactivity. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • ηρεμία

    noun feminine

    In peace, there's nothing so becomes a man as modest stillness and humility.

    Σε περίοδο ειρήνης στους άνδρες ταιριάζει η ηρεμία κι η ταπεινότητα.

  • ησυχία

    noun feminine

    Remove from her the means of all annoyance and still keep eyes upon her.

    Να έχει την ησυχία της, μα να την προσέχεις.

  • ακινησία

    noun feminine

    Even if all we desire is stillness, it's still desire.

    Ακόμα κι αν επιθυμούμε την ακινησία, δεν παύει να είναι επιθυμία.

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "stillness" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "stillness" with translations into Greek

  • ακόμα με τσούζει κτ · ακόμα να συνέλθω από · πονάω ακόμα από
  • διατηρούμαι ακμαίος · ζω και βασιλεύω · καλά κρατεί · κι ακόμα περπατάει · παραμένω γερός · προχωράω ακόμα (ακάθεκτος) · συνεχίζω να ακμάζω
  • εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο συζήτησης · εξακολουθώ να αποτελώ αντικείμενο συζήτησης
  • Αποστακτήρας · ήρεμος · ήσυχος · ήσυχοσ · αθόρηβος · ακίνητος · ακούνητος · ακόμα · ακόμη · ανακουφίζομαι · αποστακτήρας · αποστακτήριο · διαρκώς · εντούτοις · ηρεμία · καζάνι · καθησυχάζω · και όμως · λαμπίκος · πάντα · πάντοτε · πόζα · σιωπηλός · ωστόσο · όμως
  • ήρεμος οίνος · μη αφρώδης οίνος
  • έχει ακόμα νόημα · εξακολουθεί να έχει νόημα
  • Το κεφάλι μου ακόμη βουίζει
  • Νεκρή φύση · νεκρά φύσις · νεκρή φύση
Add

Translations of "stillness" into Greek in sentences, translation memory