Translation of "stochastic" into Greek
στοχαστικός, απροσδιόριστος, απρόβλεπτος are the top translations of "stochastic" into Greek.
stochastic
adjective
grammar
Random, randomly-determined. [..]
-
στοχαστικός
adj. - Στατιστική2 (ιδίως για φαινόμενα, διαδικασίες κτλ.) Που εξαρτάται από τυχαίους παράγοντες (μεταβλητές) και μπορεί να προσεγγιστεί μόνο με στατιστικές μεθόδους ή, γενικότερα, που σχετίζεται με την παρουσία αστάθμητων παραγόντων (μεταβλητών) - Χρήσεις: στοχαστικά συστήματα/ μοντέλα | στοχαστικό σήμα (= βλ. σήμα) [ΜΗΛΝΕΓ]
-
απροσδιόριστος
Adjective -
απρόβλεπτος
Adjective
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "stochastic" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "stochastic" with translations into Greek
-
στοχαστική τρομοκρατία
-
Στοχαστικός πίνακας
-
τυχαία μεταβλητή
Add example
Add