Translation of "stocks" into Greek
σκαρί, μετοχές, ξύλινα δεσμά are the top translations of "stocks" into Greek.
stocks
verb
noun
(plurale tantum) A device, similar to a pillory, formerly used for public humiliation and punishment. [..]
-
σκαρί
noun neuterbase for building a ship
I come from hardy stock.
Προέρχομαι από γερό σκαρί.
-
μετοχές
noun -
ξύλινα δεσμά
On one occasion Pashhur, a priest, struck him and had him put in the stocks.
Σε μια περίπτωση ένας ιερέας, ο Πασχώρ, τον χτύπησε και διέταξε να τον βάλουν στα ξύλινα δεσμά.
-
σκαριά
If I was telling the truth, why am I in the stocks?
Αφού έλεγα την αλήθεια, γιατί βρίσκομαι σ αυτά τα σκαριά?
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "stocks" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Images with "stocks"
Phrases similar to "stocks" with translations into Greek
-
Εθνική Ένωση Αγώνων Ράλι (NASCAR)
-
βενθοπελαγικά αποθέματα
-
συγκυριακό απόθεμα
-
υποκόπανος ανάδρασης
-
Μετοχή · αποθεματοποιώ · αποθηκεύω · αποταμίευμα · απόθεμα · γένος · γαριφαλιά · διαθέσιμος · διαθέτω · ετοιμοπαράδοτος · εφοδιάζω · ζωμός · ζωντανά · ζώα · καθιερωμένος · καταγωγή · κεφάλαιο · κοινός · κοινότοπος · κοντάκι · κορμός · κοτσάνι · κούτσουρο · μάνα · μετοχή · μπανάλ · ξόανο · ξύλο · ομάδα · πάσσαλος · παρακαταθήκη · προμηθεύω · πρόγονοι · σκαρί · στάνταρ · στέλεχος · στερεότυπος · στοκ · στόφα · στύλος · συνήθης · υποκόπανος · χαρτόνι · χρεόγραφο
Add example
Add