Translation of "storm" into Greek

θύελλα, καταιγίδα, φουρτούνα are the top translations of "storm" into Greek.

storm verb noun grammar

Any disturbed state of the atmosphere, especially as affecting the earth's surface, and strongly implying destructive or unpleasant weather. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • θύελλα

    noun feminine

    meteorology: wind scale for very strong wind [..]

    No, I'm afraid we're stuck here until the storm lets up, my love.

    Όχι, φοβάμαι ότι είμαστε κολλημένοι εδώ έως ότου κοπάσει η θύελλα, αγάπη μου.

  • καταιγίδα

    noun feminine

    disturbed state of the atmosphere [..]

    Boss, maybe if the storm's back, we should get underground.

    Αφεντικό, αφού έρχεται η καταιγίδα, ίσως να πρέπει να πάμε υπογείως.

  • φουρτούνα

    noun

    Just as we were slow to react to the economic storm, but that is another story.

    Όπως αργήσαμε ν' αντιδράσουμε και στην οικονομική φουρτούνα, αλλά αυτή είναι μια άλλη συζήτηση.

  • Less frequent translations

    • ανεμοθύελλα
    • έφοδος
    • εφόρμηση
    • τρικυμία
    • τυφώνας
    • ατμοσφαιρική αναταραχή
    • λαίλαπα
    • μπόρα
    • μαίνομαι
    • σάλος
    • Θύελλα
    • θυελλώδης
    • επιτίθεμαι
    • αιφνιδιάζω
    • εφορμώ
    • εισβάλλω σε
    • καταλαμβάνω εξ εφόδου
    • καταλαμβάνω με έφοδο
    • κυκλωνικός, -ή, -ό
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "storm" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Translations with alternative spelling

Storm

Storm (Marvel Comics)

+ Add

English-Greek dictionary

  • Θύελλα

    Θύελλα (κόμικς)

    Sea Shadow to Dust Storm, six souls on board.

    Θαλασσινή Σκιά προς Θύελλα Σκόνης, μεταφέρουμε έξι επιζώντες.

Images with "storm"

Phrases similar to "storm" with translations into Greek

  • λεκάνη (πλημυρικής) απορροής (ομβρίων υδάτων)
  • δυνάμεις καταδρομών · τάγματα εφόδου
  • μαγνητική καταιγίδα
  • κέντρο θύελλας
  • κέντρο θύελλας
  • η συνταγή τής καταστροφής · η τέλεια συνταγή
  • η επερχόμενη θύελλα [+Γεν.] · η επικείμενη θύέλλα [+Γεν.] · πυκνώνουν τα σύννεφα [+Γεν.]
  • ατυχής συγκυρία · δυσμενής συγκυρία · επικίνδυνο κοκτέιλ · εφιαλτικό σενάριο · θανάσιμος συνδυασμός · ιδανικές συνθήκες · κοκτέιλ θανάτου · κυκεώνας · πρόσφορο έδαφος · συνταγή τής καταστροφής · τέλειος συνδυασμός
Add

Translations of "storm" into Greek in sentences, translation memory