Translation of "strained" into Greek

καταπονημένος, βεβαρημένος, βεβιασμένος are the top translations of "strained" into Greek.

strained adjective verb grammar

Forced through a strainer. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • καταπονημένος

    But that night he looked strained in a way that was unlike him.

    Αλλά εκείνη τη νύχτα έδειχνε καταπονημένος κατά έναν τρόπο που δεν τον έχω ξαναδεί.

  • βεβαρημένος

    με

    2α. α. Που παρουσιάζει πολλά προβλήματα, που η κατάστασή του είναι δύσκολη ή και κρίσιμη, που είναι επιβαρυμένος: Οι αυξήσεις στα επιτόκια θα είναι πλήγμα για τα νοικοκυριά που είναι βεβαρημένα με δάνεια [ΜΗΛΝΕΓ]

  • βεβιασμένος

    Sometimes a voice sounds weak or strained because the person is not well or has not had enough sleep.

    Μερικές φορές η φωνή ενός ατόμου ακούγεται αδύνατη ή βεβιασμένη επειδή το άτομο δεν αισθάνεται καλά ή δεν έχει κοιμηθεί αρκετά.

  • Less frequent translations

    • επίπονος
    • σουρωμένος
    • τεταμένος
    • φορτωμένος
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "strained" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "strained" with translations into Greek

  • ενδοτράχυνση · εργοσκλήρυνση
  • επιτρεπτός εφελκυσμός
  • ο ήχος της μουσικής που ακούγεται · προστριβές · τεταμένες σχέσεις
  • κάκωση λόγω επαναλαμβανόμενης καταπόνησης
  • μείωση καταπόνησης
  • ασκώ πιέσεις σε · επιβαρύνω · ζορίζω · θέτω σε δοκιμασία · καταπονώ · προκαλώ ένταση σε · τσιτώνω
  • μονωτήρας τάση
  • επιμηκυνσιόμετρο
Add

Translations of "strained" into Greek in sentences, translation memory