Translation of "stretch" into Greek
τεντώνω, τεντώνομαι, τείνω are the top translations of "stretch" into Greek.
stretch
verb
noun
adjective
grammar
(transitive) To lengthen by pulling. [..]
-
τεντώνω
verbJordan's making me stretch out her new jeans.
Η Τζόρνταν με βάζει να τεντώνω τα καινούρια της τζιν.
-
τεντώνομαι
verbI have back problems and must do stretching exercises.
Έχω πρόβλημα με την πλάτη και πρέπει να τεντώνομαι.
-
τείνω
verblengthen by pulling
-
Less frequent translations
- έκταση
- ανακλαδίζομαι
- ψηλολέλεκας
- τέντωμα
- απλώνω
- ευθεία
- διαδρομή
- απλώνομαι
- ανακλαδίζω
- εκτείνω
- επεκτείνω
- ανοίγω
- επεκτείνομαι
- υπερβολή
- επέκταση
- διάστημα
- επιμηκύνω
- ξετυλίγω
- εκτείνομαι
- διάδρομος
- υπέρβαση
- τραβώ
- διασκορπίζω
- έλαση
- τανύομαι
- τσιτώνω
- διατείνω
- έκτιση ποινής κάθειρξης
- απλώνω -ομαι
- ζορίζω
- λογικό άλμα
- παρατείνω, -ομαι
- πετώ κπ το κανναβάτσο
- ρίχνω κπ στο κανναβάτσο
- στέλνω κπ στο κανναβάτσο
- συνεχής περίοδος
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "stretch" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Translations with alternative spelling
Stretch
A title animation in Windows Movie Maker.
-
Παραμόρφωση
A title animation in Windows Movie Maker.
-
Εκτείνω, επιμηκύνω
Images with "stretch"
Phrases similar to "stretch" with translations into Greek
-
δένω · καυλώνω · τεντώνω
-
απλώνω · εξάπλωση, τέντωμα · ξετυλίγω · σηκώνω το κεφάλι
-
oύτε κατά διάνοια, επ' ουδενί, σε καμία περίπτωση, από κάθε άποψη · με τίποτα
-
απλώνομαι · εκτείνομαι
-
στην τελική ευθεία
-
κάνω μια εξαίρεση, υποχώρηση
-
στην τελική ευθεία
-
σερί
Add example
Add