Translation of "studied" into Greek
εσκεμμένος, υπό μελέτη are the top translations of "studied" into Greek.
studied
adjective
verb
Simple past tense and past participle of study. [..]
-
εσκεμμένος
-
υπό μελέτη
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "studied" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "studied" with translations into Greek
-
ΚΜΓΠΑ (Κέντρο Μελετών Γεωπλήσιων Αντικειμένων)
-
μελέτη έντυπου υλικού
-
κλάδος
-
θεατρικές σπουδές
-
φοίτηση
-
σύμβαση μελέτης
-
Όταν ολοκληρώσετε τη μελέτη αυτού του κεφαλαίου, θα είστε σε θέση να
-
έκθεση · έργο · αναγνωστήριο · αναλύω · απασχόληση · απομνημόνευση ρόλου · γραφείο · διάβασμα · διατριβή · εκμάθηση · εξετάζω · επάγγελμα · εργασία · κλάδος · μαθαίνω · μελέτη · μελέτη ρόλου · μελετάω · μελετητήριο · μελετώ · πόνημα · σκέπτομαι · σκέφτομαι · σκέψη · σπουδάζω · σπουδές · σπουδή · σχήμα · φοίτηση · φοιτώ
Add example
Add