Translation of "stuffed" into Greek

λούτρινος, -η, -ο, παραγεμισμένος, χορτάτος are the top translations of "stuffed" into Greek.

stuffed adjective verb grammar

Simple past tense and past participle of stuff. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • λούτρινος, -η, -ο

    1. αυτός που έχει κατασκευαστεί από συνθετικό υλικό, το οποίο θυμίζει στην υφή γούνα: λούτρινα ζωάκια για παιδιά 2. λούτρινο (το) (α) κάθε παιχνίδι, συνήθ. ζωόμορφο, από το παραπάνω υλικό: τα ~ θα τα βρείτε στο βάθος τής αίθουσας (β) το παλτό ή το μπουφάν που είναι κατασκευασμένο από λουτρ. [ΛΝΕΓ]

  • παραγεμισμένος

  • χορτάτος

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "stuffed" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "stuffed" with translations into Greek

  • γεμάτος μέχρι πάνω
  • Άντε πηδήξου.
  • Γέμιση · βαλσάμωμα · γέμιση · γέμισμα
  • Λούτρινο ζωάκι · αρκουδάκι
  • αρκουδάκι · λούτρινο · λούτρινο ζωάκι
  • Γέμιση · βαλσάμωμα · γέμιση · γέμισμα
  • Γέμιση · βαλσάμωμα · γέμιση · γέμισμα
  • Γέμιση · βαλσάμωμα · γέμιση · γέμισμα
Add

Translations of "stuffed" into Greek in sentences, translation memory