Translation of "subsidization" into Greek
επιδότηση is the translation of "subsidization" into Greek.
subsidization
noun
grammar
The act or process of subsidizing. [..]
-
επιδότηση
feminineCross-subsidization of a reserved activity by a non-reserved one does not in principle restrict competition.
Η διασταυρούμενη επιδότηση μιας προνομιακά κατοχυρωμένης δραστηριότητας από μια μη κατοχυρωμένη προνομιακά δεν περιορίζει καταρχήν τον ανταγωνισμό.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "subsidization" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "subsidization" with translations into Greek
-
επιδοτούμενος · κρατικοδίαιτος
-
επιδότηση · κατέβασμα · καταβιβασμός · μείωση · ταπείνωση · υποχώρηση · χαμήλωμα
-
· ενισχύω · επιδοτώ · επιχορηγώ
-
καθίζηση του εδάφους
-
στέγαση χαμηλού κόστους
-
· βάζω · βουλιάζω · βυθίζομαι · καθιζάνω · καρφώνω · κατακάθομαι · καταπίπτω · κοπάζω · μπήγω · υποχωρώ
-
επιδοτώ
-
· βάζω · βουλιάζω · βυθίζομαι · καθιζάνω · καρφώνω · κατακάθομαι · καταπίπτω · κοπάζω · μπήγω · υποχωρώ
Add example
Add