Translation of "subsisting" into Greek
συντήρησης, υφιστάμενος are the top translations of "subsisting" into Greek.
subsisting
verb
Present participle of subsist. [..]
-
συντήρησης
Some exceptions will need to be made, especially where subsistence levels of agriculture may be involved.
Εν προκειμένω χωρούν ορισμένες εξαιρέσεις, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις εκείνες που αφορούν το επίπεδο συντήρησης στη γεωργία.
-
υφιστάμενος
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "subsisting" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "subsisting" with translations into Greek
-
κατώτατο εισόδημα επιβίωσης
-
γεωργία αυτοσυντήρησης · γεωργία βιοπορισμού · γεωργία συντήρησης
-
οικονομία συντήρησης
-
υφιστάμενος
-
βιοποριστικός · επιβίωση · συντήρηση · ύπαρξη
-
ζω · συντηρούμαι · υπάρχω · υφίσταμαι
Add example
Add