Translation of "sufferance" into Greek
ανοχή, ανεκτικότητα, υπομονή are the top translations of "sufferance" into Greek.
sufferance
noun
grammar
Endurance, especially patiently, of pain or adversity. [..]
-
ανοχή
noun feminineYou operate on this station at my sufferance.
Δουλεύεις σ'αυτό το σταθμό με τη δική μου ανοχή.
-
ανεκτικότητα
noun feminineI have conceded that Boogulroo is the head chief and that I am here on sufferance.
Παραδέχτηκα, ότι ο Μπούγκουλρο είναι ο μεγάλος αρχηγός και ότι είμαι εδώ με ανεκτικότητα.
-
υπομονή
noun feminineHe dealt patiently and kindly with the meek and lowly and suffered at the hands of Jehovah’s enemies.
Συμπεριφέρθηκε με υπομονή και καλοσύνη στους πράους και στους ταπεινούς και υπέφερε στα χέρια των εχθρών του Ιεχωβά.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "sufferance" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "sufferance" with translations into Greek
-
χειμάζομαι από
-
κατά παραχώρηση [+Γεν.] · με τη συγκατάβαση [+Γεν.] · με την ανοχή [+Γεν.]
-
έχω · ανέχομαι · αναξιοπαθώ · βασανίζομαι · δέχομαι · δεινοπαθώ · εγκαρτερώ · επιτρέπω · ζω · νοσώ · πάσχω · παθαίνω · πονάω · πονώ · υπομένω · υποφέρω · υφίσταμαι
-
κατά παραχώρηση · καταχρηστικά · με συγκατάβαση · συγκαταβατικά
-
υποφερτός
-
πάσχω, πασχων
-
δέχομαι πλήγμα · υφίσταμαι πλήγμα
-
πάσχω
Add example
Add