Translation of "suppress" into Greek
καταστέλλω, απαγορεύω, περιορίζω are the top translations of "suppress" into Greek.
To hold in place, to keep low, to prevent publication. [..]
-
καταστέλλω
verbVietnam suppresses freedom of expression and the right to demonstrate.
Το Βιετνάμ καταστέλλει την ελευθερία έκφρασης και του συνέρχεσθαι.
-
απαγορεύω
verbThe government did whatever it could to suppress all political meetings that seemed to pose a threat to their regime.
Η κυβέρνηση έκανε ό,τι μπορούσε για να απαγορεύει όλες τις πολιτικές συγκεντρώσεις που θεωρούσε απειλητικές για το καθεστώς.
-
περιορίζω
verb
-
Less frequent translations
- διαγράφω
- συγκαλύπτω
- καταπνίγω
- καταπιέζω
- σταματώ
- εξουδετερώνω
- περιστέλλω
- αποκρύπτω
- αποσιωπώ
- κουκουλώνω
- φιμώνω
- θάβω
- πνίγω
- αντιστέκομαι σε
- απαγορεύω την κυκλοφορία (εντύπου)
- κατασιγάζω
- συγκρατώ
- συντρίβω
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "suppress" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Translations with alternative spelling
-
Καταστέλλω
Attempts to bring democracy to Russia are being suppressed, as are demonstrations and freedom of speech.
Καταστέλλονται οι προσπάθειες εκδημοκρατισμού της Ρωσίας, και το ίδιο συμβαίνει με τις διαδηλώσεις και την ελευθερία του λόγου.
Phrases similar to "suppress" with translations into Greek
-
Καταστολή ακουστικής αντήχησης
-
καταστολή θορύβου
-
κατεσταλμένης φέρουσας
-
SSB κατεσταλμένης φέρουσας
-
Καταστολή πλευρικών λοβών
-
καταστολή φέροντος
-
κατεσταλμένος, κατασταλμένος
-
Πηνίο καταστολής τόξου