Translation of "surprised" into Greek
έκπληκτος, ξαφνιασμένος, κεραυνόπληκτος are the top translations of "surprised" into Greek.
surprised
adjective
verb
grammar
Experiencing the pleasant feelings caused by something good that was unexpected. [..]
-
έκπληκτος
adjectivecaused to feel surprise
Just try to act surprised when Dad offers you a job.
Μόνο προσπάθησε να δήξεις έκπληκτος όταν ο μπαμπάς σου προσφέρει δουλειά.
-
ξαφνιασμένος
adjectiveI'm sure he'd be as surprised by this as I am.
Είμαι σίγουρη ότι θα είναι το ίδιο ξαφνιασμένος μ'εμένα.
-
κεραυνόπληκτος
adjective masculine
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "surprised" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "surprised" with translations into Greek
-
αιφνιδιάζω · καταλαμβάνω εξ απροόπτου · καταλαμβάνω εξαπίνης · ξαφνιάζω
-
βρίσκω κπ απροετοίμαστο · καταλαμβάνω κπ εξ απροόπτου · καταλαμβάνω κπ εξαπίνης
-
κατάπληξη
-
εξαίρεση έκπληξη
-
έκπληκτος με τα τόσα
-
Έκπληξη · έκπληξη · αιφνίδιος · αιφνιδιάζω · αιφνιδιασμός · αιφνιδιαστικός · εκπλήσσω · επιτίθεμαι · εφορμώ · κάνω έκπληξη · κάνω εντύπωση · καταπλήσσω · ξάφνιασμα · ξαφνιάζω · ξαφνικός
-
αιφνιδιάζομαι
-
αιφνιδιάζω · εκπλήσσω · ξαφνιάζω
Add example
Add