Translation of "surviving" into Greek
επιζών, σωζόμενος, -η, -ο are the top translations of "surviving" into Greek.
surviving
adjective
verb
Present participle of survive. [..]
-
επιζών
Your father's will dictated certain articles be delivered to his surviving heir.
Η διαθήκη του πατέρα σας ζητούσε να παραδοθούν συγκεκριμένα αντικείμενα στον επιζών απόγονό του.
-
σωζόμενος, -η, -ο
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "surviving" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "surviving" with translations into Greek
-
εφ' όρου ζωής
-
επιβιώνω · επιζώ
-
αντέχω · αντεπεξέρχομαι · αντιμετωπίζω αποφασιστικά · αντιπαρέρχομαι · αντιστέκομαι σε κτ · γλιτώνω · γλυτώνω από · διαφεύγω τον θάνατο · επιβιώνω · επιβιώνω από · επιζώ · ζω (κάτι) · κερδίζω τη μάχη κατά (+Γεν.) · νικάω · ξεπερνώ · ξεφεύγω από · περνάω · συντηρούμαι · σώνομαι · σώνω
-
αφήνω πίσω μου · με διαδέχεται κπ
-
φυτοζωώ
-
ταχύτητα ανέμου, επιβίωσης
-
Επιβιοσημότητα
-
Δείκτης επιβίωσης
Add example
Add