Translation of "swarming" into Greek

Σμηνουργία is the translation of "swarming" into Greek.

swarming noun verb grammar

The action of a swarm. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • Σμηνουργία

    process by which a new honey bee colony is formed

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "swarming" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "swarming" with translations into Greek

  • αναρριχώμαι · εσμός · κατακλύζω · μελίσσι · ξεχύνομαι · ορδή · πλήθος · πλημμυρίζω · προστρέχω · σκαρφαλώνω · σμήνος · σμήνος εντόμων · στίφος · συναθροίζομαι · συρρέω · όχλος
  • σμήνος σεισμών
  • σφύζω από
  • αναρριχώμαι · εσμός · κατακλύζω · μελίσσι · ξεχύνομαι · ορδή · πλήθος · πλημμυρίζω · προστρέχω · σκαρφαλώνω · σμήνος · σμήνος εντόμων · στίφος · συναθροίζομαι · συρρέω · όχλος
  • αναρριχώμαι · εσμός · κατακλύζω · μελίσσι · ξεχύνομαι · ορδή · πλήθος · πλημμυρίζω · προστρέχω · σκαρφαλώνω · σμήνος · σμήνος εντόμων · στίφος · συναθροίζομαι · συρρέω · όχλος
  • αναρριχώμαι · εσμός · κατακλύζω · μελίσσι · ξεχύνομαι · ορδή · πλήθος · πλημμυρίζω · προστρέχω · σκαρφαλώνω · σμήνος · σμήνος εντόμων · στίφος · συναθροίζομαι · συρρέω · όχλος
  • αναρριχώμαι · εσμός · κατακλύζω · μελίσσι · ξεχύνομαι · ορδή · πλήθος · πλημμυρίζω · προστρέχω · σκαρφαλώνω · σμήνος · σμήνος εντόμων · στίφος · συναθροίζομαι · συρρέω · όχλος
  • σφύζω από
Add

Translations of "swarming" into Greek in sentences, translation memory